Σις μέρες μας, η ασφάλεια στο διαδίκτυο είναι εξαιρετικά ευάλωτη, αφού συνεχώς ακούμε να γίνεται λόγος για καινούριες διαρροές δεδομένων και τη δημιουργία νέων malwares.

Οι εγκληματίες του κυβερνοχώρου είναι φυσικά οι πρώτοι που ευθύνονται γι’ αυτή την κατάσταση, αφού συνεχώς βρίσκουν νέους τρόπους να εισβάλουν στα συστήματα και να κλέβουν πληροφορίες ή να κλειδώνουν τα αρχεία των χρηστών με σκοπό την απόκτηση χρημάτων.

Οι αρχές που ασχολούνται με την καταπολέμηση τέτοιου είδους εγκληματιών συνήθως δεν διαθέτουν τα μέσα ή τις γνώσεις για να τους εντοπίσουν και να τους συλλάβουν κι έτσι οι περισσότεροι συνεχίζουν απερίσπαστοι τη δράση τους.

Μερίδιο ευθύνης ωστόσο, φέρουν και οι εταιρείες τεχνολογίας, οι οποίες προκειμένου να κυκλοφορήσουν όσο το δυνατόν πιο σύντομα ένα νέο προϊόν και να προλάβουν τους ανταγωνιστές τους, δεν δίνουν ιδιαίτερη προσοχή στην ασφάλεια το τελικού προϊόντος τους. Και δεν μιλάμε μόνο για μικρές start up επιχειρήσεις αλλά και για εταιρείες που έχουν κατακτήσει τον κόσμο της τεχνολογίας.

Σύμφωνα με τον ερευνητή τεχνολογίας, Canalys, οι εταιρείες δαπάνησαν 37 δισ. Δολάρια για την ασφάλεια στον κυβερνοχώρο πέρυσι, αύξηση κατά 9% σε σχέση με το προηγούμενο έτος.

Αυτό μπορεί να φαίνεται σαν ένας μεγάλος αριθμός, αλλά παρά την προφανώς υψηλή προτεραιότητα που δίνουν οι οργανισμοί στην προστασία δεδομένων και δικτύων, αυτό εξακολουθεί να αντιπροσωπεύει μόνο το 2% των συνολικών δαπανών IT πέρυσι. Και δεν πρόκειται μόνο για τα χρήματα.

Οι προϊστάμενοι των εταιρειών δεν έχουν ισχυρή αντίληψη για την ασφάλεια στον κυβερνοχώρο, ενώ ακόμα και οι τεχνικοί δεν νομίζουν ότι έχουν τα χρήματα ή τις δεξιότητες για να διατηρούν τα δεδομένα ασφαλή.

Κι ενώ πριν από 10 ή 20 χρόνια αυτό δεν είχε και πολύ σημασία, τώρα που οικοδομούμε τις κοινωνίες μας – τις πόλεις μας, τις υπηρεσίες υγείας μας, τις μεταφορές και την ενέργεια – πάνω στην τεχνολογία, έχει.

Να σημειωθεί ότι υπάρχει ένας ακόμα υπαίτιος γι αυτή την κατάσταση, που δεν μπορούμε να μην τον αναφέρουμε. Εμείς οι ίδιοι. Είμαστε πολύ πρόθυμοι να αφήσουμε τις εταιρείες να συλλέξουν και να συγκεντρώσουν μηχανικά τα δεδομένα μας και να τα πουλήσουν. Αρκετοί από εμάς δεν αντέδρασαν όταν τα δεδομένα μας διέρρευσαν ή εκλάπησαν.

Δεν είναι ξεκάθαρο ότι μια παραβίαση δεδομένων μας κάνει να χάνουμε την εμπιστοσύνη μας σε μια εταιρεία. Αυτό που συμβαίνει συχνά είναι μια μικρή πτώση της τιμής της μετοχής όταν μια εταιρεία παραδέχεται μια παραβίαση ασφαλείας αλλά ο αντίκτυπος είναι σπάνια μακροχρόνιος. Αυτό συμβαίνει επειδή πλέον υπάρχουν τόσες πολλές παραβιάσεις.

Επομένως εμείς είμαστε που πρέπει να θέσουμε τα θεμέλια για μια αλλαγή. Πρώτα πρέπει να εκτιμήσουμε περισσότερο τα προσωπικά μας δεδομένα. Πρέπει να κατανοήσουμε τις συμφωνίες που κάνουμε όταν χρησιμοποιούμε τις εφαρμογές και τις υπηρεσίες μεγάλων τεχνολογιών. Πρέπει να έχουμε καλύτερη κατανόηση του τι αποδίδουμε, τι θα κάνουν με τα δεδομένα μας και πώς θα το προστατεύσουν.

Αν εμείς αρχίσουμε να απαιτούμε μεγαλύτερη ασφάλεια για τα δεδομένα μας, οι εταιρείες θα αρχίσουν να ανταποκρίνονται και έτσι η αλλαγή δε θα αργήσει να έρθει και επιτέλους να υπάρξει βελτίωση στην ασφάλεια στον κυβερνοχώρο.

 

 

 

Mε πληροφορίες από secnews.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Το σχόλιό σας
Το όνομά σας